Showing posts with label ξενοφοβία. Show all posts
Showing posts with label ξενοφοβία. Show all posts

Monday, December 01, 2008

«Αλλος κόσμος στο σχολείο, άλλος έξω απ' αυτόν» [ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 01/12/2008]

ΑΝΤΥ ΧΟΝΤΑΣ, 27 χρόνων. Τελειώνει τις σπουδές του στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο και παράλληλα δουλεύει σερβιτόρος

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΩΤΗΡΧΟΥ

Μερικοί δεν θέλουν να μιλήσουν. Αλλοι από απογοήτευση: «Και τι έγινε αν δώσω μια συνέντευξη παραπάνω, θα αλλάξει τίποτα;» θα σου πουν. Μπορεί να μην είναι τόσο η έλλειψη εμπιστοσύνης όσο αυτοπεποίθησης, πάντως κοινός παρονομαστής στην επιφυλακτικότητα είναι το βίωμα μιας ρατσιστικής αντιμετώπισης, μια πληγή που ακόμη δεν λέει να κλείσει.

«Είναι αλλιώς να λες ότι είσαι προλετάριος κατ' επιλογήν, να λες δεν έχω πατρίδα, έχοντας όμως διαβατήριο και τη δυνατότητα να ταξιδεύεις. Είναι αλλιώς για μας. Εμείς έχουμε ανάγκη από μια ταυτότητα. Κι εμένα που μεγάλωσα εδώ θα με πουν Αλβανή. Δεν έχω καν μια άδεια παραμονής να μπορώ να ταξιδέψω...».

Η Ε. είναι ένα από τα παιδιά που μεγάλωσαν εδώ και δυσκολεύεται να μιλήσει προς τα έξω, δεν θέλει να εκτεθεί. Εχει όμως τόσα να πει για την καθημερινή απόρριψη ως «μεταμετανάστης», όπως αυτοπροσδιορίζεται, ως παιδί μεταναστών το οποίο μεγάλωσε εδώ: «Δεν μπορείς να πεις ότι είσαι Ελληνας, όχι μόνο επειδή κουβαλάς επιπλέον ταυτότητες, αλλά επειδή δεν νιώσαμε και ποτέ πολίτες εδώ ζώντας 15 χρόνια. Οι γονείς μας χωρίς δουλειά, εμείς να μην έχουμε ποτέ στα χέρια μας μια άδεια παραμονής χωρίς ένσημα. Πώς να συγκριθούμε με τους μετανάστες μια άλλης χώρας; Αν οι γονείς μου είχαν πάει οπουδήποτε αλλού, θα 'χα υπηκοότητα όχι απλώς αδεια παραμονής. Ολα στο χέρι και μάλιστα από χρόνια...».

Μια απλή αλήθεια που μετατρέπεται σε κατηγορώ για μια κοντόφθαλμη εξουσία.

Μια εξουσία που δεν φαίνεται να αφουγκράζεται τα παιδιά της. Η «Ε» επιχειρεί από σήμερα να δώσει τον λόγο ακριβώς σε αυτά τα παιδιά, που η πολιτεία, και όχι η κοινωνία, αρνείται.

ΑΛΒΑΝΙΑ 1997

Ημουν τότε 16 χρόνων και αποφασισμένος να αλλάξω τη ζωή μου σε μια περίοδο τότε αναταραχών για τη χώρα μου και δύσκολη για την ηλικία μου, ακολουθώντας τον δρόμο πολλών συμπατριωτών μου. Αποφάσισα να πάω να ζήσω σε μια άλλη χώρα -δεν λέω να μεταναστεύσω, διότι τότε δεν ήξερα καν τι σημαίνει αυτό- όπου η ζωή θα ήταν πολύ καλύτερη και θα μου δίνονταν πολλές ευκαιρίες.

ΕΛΛΑΔΑ 1997

Ημουν πια παράνομος μετανάστης σε μια χώρα που φαινόταν πολύ καλύτερη από τη δική μου, με ανθρώπους που μιλούσαν μια ξένη και πολύ δύσκολη για μένα γλώσσα. Από τα πρώτα πράγματα που έμαθα ήταν ότι έπρεπε να αποφεύγω κάθε ένστολο στον δρόμο και ότι για να επιβιώσω έπρεπε να μην ξεχωρίζω από τους ντόπιους, πράγμα πολύ δύσκολο τότε, παρά τις προσπάθειές μου να μιμηθώ το ντύσιμό τους, την προφορά τους και το κάθε τι που νόμιζα ότι θα με βοηθούσε να ενταχθώ καλύτερα σ' αυτήν την κοινωνία. Και εκεί που νόμιζα ότι κάτι είχα καταφέρει, ερχόταν η απογοήτευση. Μόλις μιλούσα σε κάποιον η προφορά μου με πρόδιδε, το όνομά μου προκαλούσε σύγχυση και έφερνε αμέσως μετά την ερώτηση «εφιάλτη» για μένα, «από πού είσαι», στο άκουσμα της οποίας είχα αυτό το συναίσθημα που μου είναι δύσκολο να περιγράψω, γιατί είναι ένα μίγμα οργής, απογοήτευσης, δυσφορίας. Πάνω απ' όλα με εκνεύριζε το γεγονός ότι το καλύτερο που μπορούσα να περιμένω από αυτούς τους ανθρώπους ήταν να με λυπούνται!

Τα τρία πρώτα χρόνια στην Ελλάδα ήταν λίγο-πολύ απογοητευτικά: μαύρη εργασία, προκατάληψη, άρνηση από τους ντόπιους, καταδιωγμένοι από την Αστυνομία παρότι θεωρητικά νόμιμοι, καχυποψία παντού στο άκουσμα της λέξης «Αλβανός». Ντρεπόμουν για την καταγωγή μου. Τότε ήταν που αποφάσισα να αλλάξω κάτι στη ζωή μου και να συνεχίσω το σχολείο μετά από 4 χρόνια που το είχα παρατήσει, να τελειώσω τουλάχιστον τη μέση εκπαίδευση. Εκεί, στο 5ο Λύκειο Εξαρχείων, είδα μια άλλη Ελλάδα, που άρχισε να μου αρέσει. Οι καθηγητές μού φέρονταν καλά, εκτιμούσαν τις προσπάθειές μου και με βοήθησαν πολύ, όχι μόνο στα μαθήματα και στο σχολείο, αλλά και έξω από αυτό, όπου η ζωή ήταν διαφορετική. Ηταν σαν να ζούσα σε δύο κόσμους διαφορετικούς: το σχολείο και το περιβάλλον έξω από αυτό. Και μου άρεσε τόσο πολύ το σχολείο τότε, που λυπόμουν όταν ερχόταν η ώρα να φύγω και να πάω μετά για δουλειά. Οι φιλίες που έκανα, οι εκδρομές, οι περίπατοι, οι άνθρωποι που γνώριζα είχαν αρχίσει να αλλάζουν τη ζωή μου.

Και εκεί που νόμιζα ότι όλα βαίνουν καλώς, έρχεται η στιγμή της ανανέωσης της άδειας παραμονής μου στην Ελλάδα. Μετά τις ατελείωτες ουρές και τις βρισιές των σεκιουριτάδων στα γραφεία αυτά, η υπεύθυνη μου λέει ότι δεν δικαιούμαι άδεια παραμονής, γιατί τα ένσημα που έχω δεν είναι αρκετά, ώστε να πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, ο οποίος ορίζει ένα συγκεκριμένο αριθμό ημερών ασφάλισης τον χρόνο για να μπορείς να διαμένεις νόμιμα στη χώρα. Και τι που προσπάθησα να εξηγήσω ότι τον τελευταίο χρόνο πήγαινα σχολείο και οι δουλειές που έκανα για να συντηρηθώ ήταν περιστασιακές και τις περισσότερες φορές χωρίς ασφάλιση (τότε δούλευα σαν διανομέας, οικοδομή με τον θείο μου όταν είχε δουλειά και ό,τι άλλο έβρισκα και βόλευε τα ωράριά μου). Οι βεβαιώσεις από το σχολείο που μου έδινε ο λυκειάρχης, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται και ο ίδιος για την περίπτωσή μου, δεν σήμαιναν τίποτα στα μάτια των υπαλλήλων των γραφείων αυτών. Το θέμα είχε γίνει γνωστό σε όλους τους καθηγητές του σχολείου και πολλούς συμμαθητές, που με υποστήριζαν. Ανάμεσα σε αυτούς, μια καθηγήτρια αποφάσισε να πάει η ίδια στα γραφεία, μήπως έχει καλύτερη αντιμετώπιση. Σύμφωνα με όσα της είπαν, διαπιστώνει ότι ο νόμος δεν προβλέπει τέτοιες περιπτώσεις σαν τη δική μου. Αποφασίζουν, τότε, ερχόμενοι σε επαφή και με άλλους ανθρώπους που είχα γνωρίσει και με είχαν συμπαθήσει, να βρουν μια λύση μέσω των «κυκλωμάτων των δικηγόρων», που ασχολούνται με το -επικερδές γι' αυτούς- ζήτημα των μεταναστών. Μου σύστησαν ένα δικηγόρο, ο οποίος υποσχέθηκε να βρει λύση στο πρόβλημά μου έναντι ενός διόλου ευκαταφρόνητου ποσού, το οποίο φυσικά δεν είχα. Ετσι η καθηγήτρια αυτή, ζητώντας τη συμβολή και των υπολοίπων καθηγητών και μερικών άλλων ανθρώπων, μαζεύει και μου δίνει τα χρήματα που απαίτησε ο δικηγόρος για να λύσει το πρόβλημά μου.

Δεν γνωρίζω πώς και πού πήγαν όλα αυτά τα χρήματα. Τότε άλλωστε δεν μ' ενδιέφερε κιόλας. Σημασία είχε που είχα πάρει την άδεια παραμονής για ακόμη ένα χρόνο, χάρη στην οποία μπόρεσα να συνεχίσω να ζω νόμιμα σε αυτή τη χώρα. Κατάλαβα όμως ότι η θέση μου σε αυτή την κοινωνία δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου, απλά αντί για την άρνηση των ανθρώπων της, τώρα αντιμετώπιζα την άρνηση του κράτους. Το μόνο που εύχομαι να μου μείνει από αυτή την ιστορία είναι η αιώνια ευγνωμοσύνη γι' αυτούς τους ανθρώπους που με βοήθησαν, μου συμπαραστάθηκαν και μου έδωσαν ελπίδες για να συνεχίσω.


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 01/12/2008

Μετανάστες δεύτερης γενιάς, πολίτες δεύτερης κατηγορίας... [ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 01/12/2008]

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΩΤΗΡΧΟΥ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 01/12/2008

Η Ελλάδα σίγουρα θα αργήσει να αποκτήσει τον δικό της Ομπάμα. Τουλάχιστον σύμφωνα με τα όσα εισηγείται για τη διευθέτηση της «χρόνιας εκκρεμότητας» για τα παιδιά των μεταναστών το νομοσχέδιο περί... «αναδιοργάνωσης της δημοτικής αστυνομίας», που έφερε στη Βουλή το υπουργείο Εξωτερικών.

Στις 60 σελίδες του υπάρχει μόνο μία σχετική παράγραφος που καταφέρνει να διαχωρίσει τα παιδιά των μεταναστών σε δύο κατηγορίες: αυτά που γεννήθηκαν εδώ και δικαιούνται με ατελείωτους περιοριστικούς όρους όταν ενηλικιωθούν να πάρουν την πενταετή άδεια τού επί μακρόν διαμένοντος. Και όσα μεγάλωσαν εδώ για τα οποία δεν λέει κουβέντα, διαιωνίζοντας ένα πρόβλημα που η πολιτεία αρνείται να αντιμετωπίσει δίκαια. Συνεχίζει να αντιμετωπίζει αυτά τα παιδιά, μιλάμε για περίπου 200.000 άτομα, που μεγαλώνουν και μορφώνονται εδώ ως μετανάστες κι ας μην έχουν φύγει από αυτή τη χώρα, που σε πολλές περιπτώσεις είναι και η μόνη που γνωρίζουν.

Το νομοσχέδιο καταφέρνει ακόμη να αγνοεί το αίτημα για τη χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά που γεννιούνται και μεγαλώνουν στη χώρα μας και το οποίο διατυπώνουν:

**Τα ίδια τα γνωμοδοτικά του όργανα -όπως είναι η Κεντρική Επιτροπή Απλούστευσης Διαδικασιών για το Δημόσιο και το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής.

**Θεσμικοί φορείς όπως ο Συνήγορος του Πολίτη.

* Ολες οι αντιρατσιστικές, μεταναστευτικές και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Φαίνεται ότι η ηγεσία του υπουργείου επέλεξε να κλείσει τα αυτιά της στις εμπεριστατωμένες θέσεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά και να κάνει πως δεν βλέπει ότι η χώρα μας είναι ουραγός στο θέμα της πολιτογράφησης στην Ε.Ε.

Η «Ε» αναζήτησε τη γνώμη ανθρώπων που έχουν ασχοληθεί με το θέμα:

Δημήτρης Χριστόπουλος,

πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΩΤΗΡΧΟΥ

«Το σχέδιο νόμου θα μπορούσε και έπρεπε να είναι πιο ρεαλιστικό και γενναιόδωρο», σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου Δημήτρη Χριστόπουλο: «Ουσιαστικά, χρησιμοποιεί το καθεστώς τού επί μακρόν διαμένοντος για να καλύψει το θέμα της δεύτερης γενιάς, και μάλιστα με εξόχως αυστηρές προϋποθέσεις. Ακόμη και έτσι βέβαια, η προτεινόμενη ρύθμιση θα βοηθήσει πολλούς νέους ανθρώπους που γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Σήμερα, η δεύτερη γενιά μεταναστών, με την ενηλικίωσή της ψάχνει με κάθε τρόπο να βρει διέξοδο εργασίας ή σπουδών για να μπορέσει να παραμείνει εδώ, σε ένα καθεστώς απόλυτης αβεβαιότητας. Το ελληνικό κράτος αποδίδει "κατά παρέκκλιση της διαδικασίας", σε άτομα που έχουν κλείσει δεκαοχτώ χρόνια διαμονής και δώδεκα χρόνια εκπαίδευσης στη χώρα, το καθεστώς που η Ευρωπαϊκή Ενωση δίνει σε ανθρώπους που κατοικούν πέντε ή δέκα χρόνια σε κράτη-μέλη. Η πραγματικότητα όμως φωνάζει. Η Ελλάδα καλείται εμφαντικά να επεξεργαστεί άλλες λύσεις, οι οποίες δεν αντιμετωπίζουν τη δεύτερη γενιά των μεταναστών ως "παρέκκλιση". Μια από αυτές είναι η κτήση της ελληνικής ιθαγένειας για όσους το επιθυμούν. Ο χρόνος πιέζει».

Σόνια Μητραλιά,

μέλος της καμπάνιας «Οχι στον Ρατσισμό από την Κούνια»

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΩΤΗΡΧΟΥ

«Σκέτη κοροϊδία» χαρακτηρίζει τη διευθέτηση η Σόνια Μητραλιά, μέλος της καμπάνιας «Οχι στον Ρατσισμό από την Κούνια», επειδή «δίνει -και μάλιστα υπό περιοριστικούς όρους- ένα ψίχουλο προκειμένου να παγιώσει για τα επόμενα χρόνια μια κατάσταση που μεταφράζεται στην πεισματική άρνηση να αναγνωρίσει το αυτονόητο. Δηλαδή, το στοιχειώδες δικαίωμα των παιδιών των μεταναστών που γεννήθηκαν και/ή μεγάλωσαν και πήγαν σχολείο στην Ελλάδα να αντιμετωπίζονται από το κράτος όπως οι φίλοι και συμμαθητές τους: ως Ελληνες πολίτες. Αντί να δοθεί η ελληνική ιθαγένεια στα παιδιά της δεύτερης γενιάς μεταναστών, η περίφημη κυβερνητική διευθέτηση τους παραχωρεί "την ιδιότητα τού επί μακρόν διαμένοντος". Δηλαδή να ανανεώνουν την άδεια παραμονής τους όχι κάθε χρόνο, αλλά πενταετία. Και αυτή όμως η τόσο... "απλόχερη" παραχώρηση δεν γίνεται ούτε σε όλους/ες ούτε άνευ όρων.

Αρκεί η παράθεση μιας πρόσφατης τοποθέτησης (20 Νοεμβρίου) του δεξιότατου -κατά άλλους, "μεταφασίστα"- κυβερνητικού εταίρου τού Σίλβιο Μπερλουσκόνι και προέδρου της ιταλικής Βουλής, Τζιανφράνκο Φίνι, για να καταδειχτεί πόσο υποκριτική, απαρχαιωμένη, υπερσυντηρητική και, κυρίως, κοντόφθαλμη και ρατσιστική είναι η μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Καραμανλή. Δήλωσε, λοιπόν, ο κ. Φίνι τα εξής: «"Τα παιδιά των μεταναστών θα είναι οι αυριανοί Ιταλοί" και γι' αυτό "χρειάζεται να τους δώσουμε τα συγκεκριμένα εργαλεία για να γίνουν ισότιμοι πρωταγωνιστές της συλλογικής ζωής"»...

Βασίλης Χρονόπουλος,

πρόεδρος του διαδικτυακού περιοδικού «diavatirio.net»

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΩΤΗΡΧΟΥ

«Μπορεί να είναι η πρώτη κυβερνητική νομοθετική πρωτοβουλία που δίνει περισσότερα δικαιώματα στη συγκεκριμένη κατηγορία, αλλά δεν αποτελεί ούτε ουσιαστική λύση ούτε βιώσιμη», λέει στην «Ε» ο υπεύθυνος του διαδικτυακού περιοδικού «diavatirio.net» Βασίλης Χρονόπουλος:

«Δεν είναι ουσιαστική λύση γιατί:

- Δεν καλύπτει τον συνολικό αριθμό των παιδιών που ζουν στη χώρα και έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά. Δεν υπάρχει λογική εξήγηση για τη χορήγηση της ιδιότητας μόνο στα παιδιά των οποίων οι γονείς είναι νόμιμοι στη χώρα. Τι αλλάζει, σε σχέση με τα παιδιά, αν οι γονείς τους δεν έχουν χαρτιά κατά την περίοδο που αυτά ενηλικιώνονται;

- Δεν καλύπτει τα παιδιά που ήρθαν στην Ελλάδα με τους γονείς τους σε μικρή ηλικία και φοίτησαν στην ελληνική εκπαίδευση. Ποια πραγματική διαφορά έχουν αυτά τα παιδιά σε σχέση με τα αδέρφια τους ή τους συμμαθητές τους που πιθανόν να γεννήθηκαν εδώ; Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι γιατί τιμωρούνται; Τα "παιδιά" που γεννήθηκαν πριν από 25 ή 30 χρόνια στην Ελλάδα γιατί εξαιρούνται;

- Δεν δίνει δικαιώματα πολίτη αλλά δικαιώματα μετανάστη.

Ούτε βιώσιμη είναι γιατί δημιουργεί μια νέα κατηγορία κατοίκων της χώρας σε αναλογία με τους μέτοικους της Αρχαίας Αθήνας. Οι επί μακρόν διαμένοντες δεν είναι ούτε πολίτες ούτε μετανάστες (δούλοι). Θα έχουν δικαίωμα να ψηφίζουν στις τοπικές εκλογές αλλά όχι στις εθνικές. Οσο θα περνά ο καιρός ο αριθμός τους θα αυξάνεται και θα έχουμε ουσιαστικά πολίτες τριών ταχυτήτων. Αυτό μάλλον δεν είναι ό,τι καλύτερο για την κοινωνική μας συνοχή... Το μέτρο μπορεί να θεωρηθεί ως θετικό μόνο αν περιλάβει όλα τα παιδιά των μεταναστών που μεγαλώνουν στη χώρα μας και αν προετοιμαστεί η μετάβαση προς την απόκτηση της ιθαγένειας μέσα από ασφαλείς και διαφανείς διαδικασίες».

Μίλτος Παύλου,

από το Εθνικό Παρατηρητήριο του Ρατσισμού και της Ξενοφοβίας

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΩΤΗΡΧΟΥ

«Αναρωτιέται κανείς πότε επιτέλους η ελληνική πολιτεία θα καταλάβει τις προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά της και ώς πότε θα κλοτσάει τις ευκαιρίες για μια νέα δυναμική ελληνική κοινωνία. Η τελευταία είναι "έτοιμη" από καιρό να δεχθεί μια μεταρρύθμιση του δικαίου ιθαγένειας και την ισότιμη συμμετοχή των νέων "μεταναστών", δηλαδή όσων γεννήθηκαν ή μετανάστευσαν ανήλικοι στη χώρα. Σε ποιον μπορεί να συμφέρει ο διαχωρισμός της νέας γενιάς και της νέας εργατικής δύναμης της χώρας σε γηγενείς, μακρά διαμένοντες και... μετανάστες;», επισημαίνει ο Μίλτος Παύλου από το Εθνικό Παρατηρητήριο του Ρατσισμού και της Ξενοφοβίας: «Η ευρωπαϊκή άδεια μακράς διαμονής ήταν μια καλή ευκαιρία για μια εναλλακτική λύση του χρόνιου προβλήματος της μιάμισης και της δεύτερης γενιάς. Η εφαρμογή του μέτρου όμως, όπως (δεν) σχεδιάστηκε, οδηγεί στη μακροπρόθεσμη ακύρωση των θετικών του στοιχείων, ενώ μοιάζει να στέλνει στις καλένδες την τόσο αναγκαία εισαγωγή του δικαίου του εδάφους.

Οι περιοριστικοί όροι απόκτησης της άδειας αυτής από τη 2η γενιά -οι οποίοι είναι τόσο προσφιλείς στον Ελληνα νομοθέτη- δεν θα λύσουν το πρόβλημα, όπως ακριβώς και η περιοριστική νομιμοποίηση που, αποτυγχάνοντας, παρέσυρε στη δίνη της μετανάστες σε απεργία πείνας απελπισίας.

Η μετανάστευση δίνει και ικανοποιεί υποσχέσεις κοσμογονίας: για τη συμβίωση, την ανάπτυξη, τη δημοκρατία των πολιτών και των δικαιωμάτων.

Αλλά για να μπορεί κανείς να διακρίνει και να αδράξει τις ιστορικές της ευκαιρίες χρειάζονται δύο πράγματα: αφ' ενός να μην είναι τυφλωμένος από την άγνοια, την ημιμάθεια και τις προκαταλήψεις και αφ' ετέρου να ξεκινά από το υποκείμενο των δικαιωμάτων ως κέντρο του συλλογισμού του και να καταλήγει στο συλλογικό συμφέρον, δηλαδή υπέρ των κοινωνών σε παραγωγική και ειρηνική συμβίωση και όχι ενός αυθαίρετα προσδιορισμένου εθνικού συμφέροντος των πατριδοκάπηλων και των σφετεριστών του».


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 01/12/2008

Sunday, November 30, 2008

Κάτοικοι και ρατσιστές στον Αγιο Παντελεήμονα [ΙΟΣ του Σαββάτου, Ελευθεροτυπία, 29.11.2008]

ios@enet.gr / www.iospress.gr ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ: ΤΑΣΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΙΜΗΣ, ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΨΑΡΡΑ, ΑΝΤΑ ΨΑΡΡΑ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ

Αυτό που συνέβη την περασμένη Δευτέρα στη γειτονιά του Αγίου Παντελεήμονα δεν το είχαμε ξαναζήσει στην Αθήνα. Η συγκέντρωση «αγανακτισμένων κατοίκων», που οργάνωσε μια ανώνυμη επιτροπή με ένα συγκαλυμμένα ρατσιστικό κάλεσμα, θυμίζει μόνο τις «αυθόρμητες» αντιδράσεις σε λίγα χωριά της επαρχίας που θέλησαν στις αρχές της περασμένης δεκαετίας να δείξουν στους μετανάστες που δούλευαν στα χωράφια τους «ποιος είναι το αφεντικό».

Η συγκέντρωση υιοθετήθηκε αμέσως από την τοπική οργάνωση του ΛΑΟΣ. Και ήταν επόμενο στη διαμαρτυρία των «αγανακτισμένων κατοίκων» να επικρατήσουν τα συνθήματα της Χρυσής Αυγής, που άλλωστε έγινε δεκτή από ορισμένους συγκεντρωμένους με χειροκροτήματα. «Εξω οι ξένοι απ' την Ελλάδα», «Αλήτες, προδότες, πολιτικοί», «Ο λαός δεν ξεχνά, τους προδότες τούς κρεμά».

Υπήρξε ευτυχώς ο αντίλογος. Η συγκέντρωση πολλαπλάσιας δύναμης αντιρατσιστών έσωσε την τιμή της ελληνικής κοινωνίας και απέτρεψε τη μετατροπή της συγκέντρωσης σε πογκρόμ κατά των μεταναστών, κάτι που επιχείρησε η Χρυσή Αυγή, όπως συνηθίζει με κάθε ευκαιρία.

Μπορεί την τελευταία στιγμή να αποφεύχθηκε το χειρότερο, αλλά ασφαλώς η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στη γειτονιά είναι εκρηκτική. Για ακόμη μία φορά σημαντικό ρόλο στο αδιέξοδο έχουν παίξει τα μέσα ενημέρωσης. Πρώτα πρώτα ορισμένα κανάλια, τα οποία συστηματικά και επί μήνες επαναλάμβαναν στερεότυπα παρόμοια ρεπορτάζ, συχνά μάλιστα με τις ίδιες ακριβώς εικόνες, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται συνεχώς η γειτονιά του Αγίου Παντελεήμονα ως κέντρο της εγκληματικότητας των μεταναστών και να καλούνται οι Ελληνες κάτοικοι να τον εγκαταλείψουν.

Αν κάποιος ήθελε να βρει τις αιτίες της ραγδαίας αύξησης του αριθμού των ξένων στην περιοχή, θα ανακάλυπτε βέβαια εύκολα στη γειτονιά την πολύπαθη κοινότητα των Αφγανών πολιτικών προσφύγων. Φτάνουν μετά από πραγματική Οδύσσεια στη χώρα μας (που, ας μην το ξεχνάμε, μετέχει στον στρατό κατοχής της πατρίδας τους) για να αντιμετωπίσουν την απόλυτη άρνηση των Αρχών να εξετάσουν τις αιτήσεις για άσυλο και να τους προσφέρουν μια στοιχειώδη ανθρώπινη μεταχείριση. Θα ανακάλυπτε ακόμα ότι ο λόγος του εκρηκτικού υπερπληθυσμού τους δεν είναι άλλος από την εκμετάλλευση που υφίστανται από (Ελληνες βέβαια) μεσάζοντες, οι οποίοι τους υπενοικιάζουν άθλια διαμερίσματα για να στοιβαχθούν κατά δεκάδες.

Αυτά όλα, καθώς και την εξοργιστική αδιαφορία των ελληνικών αρχών -όχι της Αστυνομίας, αλλά εκείνων που υποτίθεται ότι πρέπει να φροντίζουν τους πρόσφυγες- δεν αποτέλεσαν αντικείμενο κανενός ρεπορτάζ. Αποκορύφωμα ήταν η στάση της Espresso, η οποία αφιέρωσε το πρωτοσέλιδό της τη μέρα της συγκέντρωσης στους «Ομήρους του Αγίου Παντελεήμονα», και τρεις σελίδες στα «απίστευτα έκτροπα στο γκέτο του αίσχους». Χαρακτηριστική είναι η αρχή του «ρεπορτάζ»: «Αλλοδαποί κτηνοβατούν και σφάζουν αρνιά σε ταράτσες, ζούνε αγκαλιά με κότες, κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλο σαν σακιά και αφοδεύουν όπου βρουν».


Ο ΙΟΣ στο Ιντερνετ

Οι δύο κόσμοι του Αγίου Παντελεήμονα [Kαθημερινή, 30.11.2008]

Οι Ελληνες διεκδικούν να πάρουν πίσω τη γειτονιά τους και οι μετανάστες το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και στα στοιχειώδη

Των Μαριας Δεληθαναση, Ιφιγενειας Διαμαντη

Παιδιά από την Πολωνία παίζουν μπάλα στην παιδική χαρά στο πίσω μέρος της πλατείας του Αγίου Παντελεήμονα. Εξω από τα κάγκελα της παιδικής χαράς αγόρια από το Αφγανιστάν τα κοιτάζουν. Τα ξανθά μικρά αγοράκια ρίχνουν μια μπάλα πάνω από τα κάγκελα για να παίξουν τα αφγανάκια... Ελληνικά δεν ακούγονται.

Είναι νωρίς το πρωί και στην πλατεία βλέπει κανείς Αφγανούς –άνδρες, γυναίκες, παιδιά– με πρησμένα μάτια και ταλαιπωρημένα πρόσωπα. Κοιμούνται εκεί. Οσο περνά η ώρα στα παγκάκια εμφανίζονται γιαγιάδες και παππούδες, κάποιοι με μωρά.

Λιγοστοί από αυτούς είναι Ελληνες. Οι περισσότεροι είναι «παλιοί» μετανάστες που μετά τόσα χρόνια έχουν ενσωματωθεί στην τοπική κοινωνία. Αβολα ταΐζουν το εγγόνι στο παγκάκι ή το ανεβάζουν στο παιχνίδι-αλογάκι του περιπτέρου, υπό το βλέμμα των πεινασμένων μικρών «ενοίκων» της πλατείας.

Η ισορροπία χάθηκε... Οι αρμόδιες υπηρεσίες απλώς παρακολουθούν την κατάσταση. Οι κάτοικοι έχουν χωρισθεί σε στρατόπεδα: η αδιαφορία έχει μετατραπεί σε εχθρότητα, η συμπάθεια σε αμηχανία. Οι θιασώτες των καταστάσεων κοινωνικής έντασης έχουν βρει νέο πεδίο δράσης.

Το πρώτο γκέτο έχει δημιουργηθεί στην Αθήνα και μαζί του ό,τι το συνοδεύει: φτώχεια, εγκληματικότητα, ρατσισμός, εγκατάλειψη της περιοχής από τις αρχές (η πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα καθαρίσθηκε τις 29 Ιουλίου όταν γιόρταζε ο Αγιος και μετά μόλις την περασμένη Δευτέρα για τη συγκέντρωση διαμαρτυρίας των κατοίκων)...

Η «Κ» μίλησε με εκπροσώπους από τα δύο χαρακτηριστικότερα στρατόπεδα: μια ελληνική και μια αφγανική οικογένεια. Η καθεμιά με τα δίκια και τις διεκδικήσεις της. Η ελληνική οικογένεια διεκδικεί μια τακτοποιημένη καθαρή γειτονιά και το ενδιαφέρον ενός αδιάφορου κράτους. Η αφγανική οικογένεια βυθισμένη στο φόβο και την απελπισία διεκδικεί το δικαίωμά της να επιζήσει. Ο πατέρας ζητεί δουλειά και στοιχειώδη ασφάλεια για τα παιδιά του...

Κάτω από τις παρούσες συνθήκες, αυτά τα δύο δεν δείχνουν να συμβιβάζονται.

«Εμείς πληρώνουμε φόρους»

Η κ. Ματίνα Παπαδοπούλου είναι 40 ετών και διατηρεί κατάστημα ρούχων στον Αγιο Παντελεήμονα. Γέννημα - θρέμμα της περιοχής, μένει με τις κόρες της, τη 12χρονη Κωνσταντίνα και την 8χρονη Αγγελική σε μια πολυκατοικία με άλλες πέντε οικογένειες Ελλήνων. Κοντά της μένουν η γιαγιά της, η μητέρα της, ο αδελφός της, ο θείος της. Την περασμένη Δευτέρα ήταν μία από τους κατοίκους, Ελληνες και αλλοδαπούς που ζουν στην περιοχή και συγκεντρώθηκαν στην πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα για να διαμαρτυρηθούν. Ο λόγος, η αύξηση της προσέλευσης μεταναστών τους τελευταίους έξι μήνες, οι οποίοι στοιβάζονται πέριξ της πλατείας. Ελλείψει των στοιχειωδών συνθηκών υγιεινής οι μόνιμοι κάτοικοι έκριναν ότι είχε φθάσει η ώρα για να ακουστεί η φωνή τους. Μέσα σε δύο εβδομάδες είχαν συγκεντρώσει 3.500 υπογραφές.

«Λίγο πριν πάω στη συγκέντρωση, πήρα τη μεγάλη μου κόρη από τα αγγλικά. Ηθελα να είναι μαζί μου. Εδώ δεν ζει; Δεν πρέπει να ξέρει τα προβλήματα της περιοχής της και να προφυλάξει τον εαυτό της; Οπως παίρνω και τα δύο μου παιδιά, από μωρά κάθε χρόνο και τα πηγαίνω στο Πολυτεχνείο για να αφήσουν ένα τριαντάφυλλο και να τους μάθω κάποια πράγματα, θεωρούσα ότι τουλάχιστον η μεγάλη, έπρεπε να είναι παρούσα και σε αυτήν την περίπτωση, για να δει, για να “σκληρύνει”», λέει στην «Κ».

Τους λυπάμαι

«Την ημέρα της διαμαρτυρίας, κάποια κυρία από την αντι-διαδήλωση φώναζε στο μικρόφωνο “αφήστε τους Αφγανούς στην πλατεία του Αγ. Παντελεήμονα, δώστε στους Αφγανούς την πλατεία του Αγ. Παντελεήμονα”. Δεν τη δίνω, κυρία μου, θα τη δώσω στα παιδιά μου να βγουν να παίξουν. Φορολογούμενος πολίτης εγώ είμαι, δεν είναι οι Αφγανοί. Αν τους λυπούνται, να τους βάλουν σε ένα σπίτι. Εγώ είμαι που τους λυπάμαι, που περνάω από τη λαϊκή και τους αφήνω τρόφιμα, επειδή τους βλέπω υποσιτισμένους κάτω στον δρόμο. Εγώ είμαι που τους λυπάμαι, αυτοί δεν τους λυπούνται. Η άλλη πλευρά φώναζε να δοθεί στους Αφγανούς άσυλο. Ασυλο σημαίνει στέγη και τροφή. Δώστε τους στέγη και τροφή. Τότε, ναι, είναι άσυλο. Το πλακάκι και το σκαλί της εκκλησίας δεν είναι άσυλο», προσθέτει.

«Δεν είμαστε κατά των Αφγανών, ούτε κατά των μεταναστών. Είμαστε απλοί πολίτες, αλλά δεν είμαστε ούτε ηλίθιοι, ούτε αδαείς όπως νομίζουν όλοι. Είναι που είναι υποβαθμισμένη περιοχή, να έρθουν κερασάκι στην τούρτα οι Αφγανοί στην πλατεία;», καταλήγει.

«Απλά θέλουμε να ζήσουμε»

Ο Αχμέτ, η γυναίκα του, η 5χρονη Γάζελ και η 4χρονη Ασάλ έφθασαν Πέμπτη βράδυ στην πλατεία του Αγ. Παντελεήμονα. Τους βρήκε εκεί ο 23χρονος Εμάλ Νασρί και τους πήρε σπίτι του για να μείνουν λίγες ημέρες. «Δεν μπορώ να τους κρατήσω περισσότερο από 3-4 ημέρες. Μένουμε πολλά άτομα στο σπίτι. Δεν ξέρω τι θα απογίνουν...», λέει.

Ο Αχμέτ και η οικογένειά του εγκατέλειψαν το Αφγανιστάν πριν από τέσσερις μήνες. Μέχρι τότε διατηρούσε κατάστημα με δίκυκλα. Κατάφερνε να συντηρεί την οικογένειά του παρότι «δυο χρόνια μετά τη διακυβέρνηση Καρζάι η χώρα βυθίστηκε και πάλι στον πόλεμο και την πείνα». Κάποια ημέρα οι μαφίες, που θεριεύουν στη χώρα και φορούν άλλοτε ρούχα Ταλιμπάν και άλλοτε ρούχα αστυνομικών, τον έβαλαν στο στόχαστρο. Εσπασαν το μαγαζί του, απήγαγαν τα κορίτσια του και του ζήτησαν 20.000 δολάρια για να ελευθερώσουν τα παιδιά. «Τους έδωσα τα χρήματα, επέστρεψαν τα παιδιά και μου είπαν να φύγω από την πόλη (Herat)».

Η Οδύσσεια

Τότε ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι προς την Ευρώπη. Πλήρωσε 17.000 δολάρια για να φθάσει μέχρι εδώ. Τέσσερις μήνες πορεία με τα πόδια, με φορτηγά και μια πλαστική βάρκα στο Αιγαίο με άλλους 25 μέσα. «Από τους 100 που ξεκινήσαμε από το Αφγανιστάν 24 καταφέραμε να φθάσουμε. Αλλοι πέθαναν από το κρύο πάνω στα βουνά, άλλους τους σκότωσαν οι στρατιώτες στα σύνορα Ιράν και Τουρκίας, άλλοι πέθαναν από πείνα».

Η οικογένεια έφθασε στη Μυτιλήνη στις αρχές του μήνα και έμεινε στο Κέντρο Κράτησης για 12 ημέρες. Τα παιδιά ήταν βαριά άρρωστα από την ταλαιπωρία και το κρύο της θάλασσας. «Τα μετέφεραν στο νοσοκομείο, τους έδωσαν τις πρώτες βοήθειες και μετά τα άφησαν χωρίς φάρμακα», λέει η μητέρα. «Με το πρόβλημα που έχουν τα δυο κοριτσάκια, αν ξανακοιμηθούν έξω μπορεί να πεθάνουν», λέει στην «Κ» ο Εμάλ που κάποτε είχε μουσική εκπομπή στην αφγανική τηλεόραση και παρέδιδε μαθηματικά και γεωγραφία σε μαθητές γυμνασίου. «Εξάλλου ένα τρίχρονο παιδί πέθανε πριν από λίγες ημέρες από το κρύο». Κοιμόταν με τη μητέρα του στην πλατεία του Αγ. Παντελεήμονα που κάθε βράδυ γεμίζει από ανθρώπους που προσπαθούν να κοιμηθούν -όπως και όλες σχεδόν οι πλατείες του κέντρου της πόλης.

Κι ο Αχμέτ τι σκοπεύει να κάνει; Πού θα πάει; «Αναζητώ απλά μια δουλειά, χαρτιά νομιμότητας και σπίτι για να επιζήσουν τα παιδιά μου. Τίποτε άλλο»...

Εφιάλτες και όνειρα στο σπίτι των 2,5 ευρώ

Το αληθινό του όνομα δεν είναι Τζαβάντ. Ο νεαρός Αφγανός είναι φίλος μου, αυτή τη φορά με παρακάλεσε να μην χρησιμοποιήσω το όνομά του.

«Τον τελευταίο καιρό έρχονται συνέχεια κι άλλοι δημοσιογράφοι και θέλουνε να μπούνε μέσα στο σπίτι, να βγάλουνε φωτογραφίες, να δούνε τι γίνεται. Γιατί έρχονται όλοι εδώ και δεν πάνε σε άλλα σπίτια στη γειτονιά;», μου είπε λίγο εκνευρισμένος.

Ο Τζαβάντ μένει εδώ και χρόνια στο πιο γνωστό τριώροφο που φιλοξενεί Αφγανούς στον Αγιο Παντελεήμονα. Επινοικιάζει μέρος του κτιρίου σε πρόσφυγες ομοεθνείς του για 2,5 ευρώ την ημέρα το άτομο, ίσα ίσα για να πληρώνει τους λογαριασμούς. Είναι το περίφημο «Hotel Afghan» για τους Αφγανούς, «εστία μόλυνσης και χωματερή μεταναστών» για τους κατοίκους της περιοχής. Τελευταία ήλθε πάλι στο επίκεντρο μετά τις καταγγελίες για σφαγές ζώων και άθλιες συνθήκες διαβίωσης μέσα στην πολυκατοικία. Για μένα όμως, αυτό το τριώροφο είναι απλά το σπίτι του φίλου μου, του Τζαβάντ.

Κάθε φορά που τον επισκέπτομαι μου φτιάχνει τσάι σε ψηλά γυάλινα ποτήρια. Και οι δύο αγαπάμε τα νουκλ (αφγανικοί ξηροί καρποί) και όποτε έχουμε, πάντα με αφήνει να φάω τα πιο πολλά.

Καθόμαστε ώρες ξυπόλυτοι στο πάτωμα, ακριβώς όπως στο Αφγανιστάν, πάνω σε μια μαλακή μπλέ κουβέρτα. Συνήθως έρχονται κι άλλοι Αφγανοί κάθε ηλικίας από τη γειτονιά. Και ο Τζαβάντ μου λέει ιστορίες.

«Εκείνα τα δύο αγοράκια που είδες την προηγούμενη φορά, που τα έπιασε η αστυνομία όταν έφευγαν με τους γονείς τους για την Ευρώπη και έμειναν πίσω μόνα τους, φύγανε. Τα πήραν άλλοι Αφγανοί μαζί τους στην Πελοπόννησο, για να μαζέψουν πορτοκάλια και να έχουν λεφτά για να φάνε». «Μια οικογένεια Αφγανών που ήταν άστεγη στην πλατεία τους μάζεψε ένας γείτονας και τους έβαλε σε ένα υπόγειο εδώ κοντά».

Τραπέζι για όλους

Το τηλέφωνό του χτυπάει ασταμάτητα. Κάποιος χρειάζεται να πάει στο νοσοκομείο. Αλλος χρειάζεται να βρει σπίτι. Κι ο Τζαβάντ είναι από τους λίγους στην περιοχή που μιλάνε ελληνικά και μπορεί να τους βοηθήσει. Αν έχει μαγειρέψει καμπουλί (ρύζι με κρέας και σταφίδες) ο Αμίρ*, ο συγκάτοικός του, κάθομαι πάντα να φάω μαζί τους βραδινό. Πολλές φορές τρώνε μαζί μας κι άλλα παιδιά από τα διπλανά διαμερίσματα. Στρώνουμε εφημερίδες στο πάτωμα, λέμε αστεία, με μαλώνουν για τα πολλά τσιγάρα που καπνίζω και για λίγες στιγμές αισθάνομαι όπως εκείνες τις φορές που έτρωγα στο εστιατόριο Sufi στην Καμπούλ. Κι όταν νυχτώσει, ο Τζαβάντ με πάει πάντα μέχρι το τρένο με το μηχανάκι του. «Χοντάφεζ!» (Αντίο), του φωνάζω καθώς μου χαμογελάει στο σκοτάδι. Εκείνο το βράδυ όλα ήταν διαφορετικά.

Στην πλατεία είχε μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας για τους χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες (κυρίως Αφγανούς) που έχουν μαζευτεί στην περιοχή. Εκατσα δίπλα στην εκκλησία και προσπαθούσα να ακούσω τα συνθήματα που φώναζαν και οι δύο πλευρές. Τα Αφγανάκια όμως που έπαιζαν δίπλα μου δε με άφηναν. Με τράβαγαν και ρωτούσαν τον Τζαβάντ το όνομά μου. Το πρωί, ένα από αυτά, θα ξαναέρθει στην πλατεία για να πουλήσει μπουλονί (αφγανική πίτα) στους Αφγανούς που μαζεύονται εκεί.

Χωρίς να το καταλάβουμε ξεκίνησαν κάποια επεισόδια και με τον Τζαβάντ τρέξαμε στο τριώροφο. Στο μικροσκοπικό δωμάτιό του τα παντζούρια ήταν για πρώτη φορά κλειστά. Το ίδιο και στα περισσότερα διαμερίσματα. Ο Αμίρ μόλις είχε επιστρέψει από τη δουλειά αλλά καθόταν συνεχώς όρθιος. Ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο και κυνηγητά. Ο Τζαβάντ βρήκε μια χοντρή αλυσίδα και με ένα λουκέτο που του έδωσε η οικογένεια από το διπλανό διαμέρισμα κατέβηκε και κλείδωσε τη σιδερένια εξώπορτα.

Ανεβήκαμε στην ταράτσα, που έχει μόνο δορυφορικά πιάτα και μια στίβα από παλιές ηλεκτρικές συσκευές. Είδα καμιά δεκαριά νεαρούς Αφγανούς να κρατάνε ξύλα. «Μα γιατί;» ρώτησα. «Φοβούνται μήπως μπει κάποιος μέσα και τους χτυπήσει», μου απάντησε ο Τζαβάντ καθώς στο δρόμο, ακριβώς από κάτω, γίνονταν συμπλοκές.

Κλειδωμένες πόρτες

Οι πόρτες των διαμερισμάτων ήταν για πρώτη φορά όλες κλειδωμένες. Κατεβαίναμε τους σκοτεινούς ορόφους και κάποια φωνή πριν ανοίξει η πόρτα, ρώταγε χαμηλόφωνα να μάθει ποιοί είναι. Ολοι κλείστηκαν στα διαμερίσματά τους. Στο πάτωμα, άλλοι σκεπασμένοι με μια κουβέρτα. Και κάποιοι ελάχιστοι έβλεπαν κρυμμένοι από τα μπαλκόνια τους αυτά που γίνονταν στο δρόμο. Δεν πολυκαταλάβαιναν τι φώναζαν οι νεαροί που έτρεχαν πάνω-κάτω ούτε γιατί η αστυνομία έπρεπε να παραμείνει έξω από το σπίτι τους μέχρι αργά.Τα ένιωθαν όλα όμως.

«Ο φόβος, ο πόλεμος και η καταπίεση», γράφει η αμερικανίδα δημοσιογράφος Kathy Gannon στο βιβλίο της, «είναι σαν κλωστές κεντημένες μέσα στο ύφασμα της ζωής των Αφγανών: φόβος για τους Σοβιετικούς, τους μουτζαχεντίν, την αλ-Κάιντα, τους Πακιστανούς, τους Αμερικανούς, τα Β-52, τους ίδιους τους Αφγανούς».

Αυτή η γειτονιά της Αθήνας είναι τόσο μακριά από όλα αυτά. Ο Τζαβάντ όμως, ο νεαρός Αφγανός φίλος μου, για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ δεν με πήγε μέχρι το τρένο. Είπαμε «Xοντάφεζ» πίσω από τα σίδερα της βαριάς εξώπορτας του τριώροφου.

Φιλιω Π. Κοντραφουρη

* Τα ονόματα έχουν αλλάξει για λόγους προστασίας.

Thursday, November 27, 2008

Τηλεοπτικά Ταξίδια

Παρακολουθώντας τις μεσημεριανές ειδήσεις στο γαλλικό κανάλι TF1, πέρα από το γενικό κακό επίπεδο που τις διακρίνει, μου έδωσαν μία ιδέα. Ένα από τα ρεπορτάζ-γεμίσματα, εξέταζε το πως αντιμετωπίζει το γερμανικό κράτος τους μεγάλους σε ηλικία εργαζόμενους, με προγράμματα εργασιακής επανένταξης, και συνέκρινε τη γερμανική πραγματικότητα με τη γαλλική. Αυτό που μου ήρθε ως σκέψη δεν ήταν τόσο το κεντρικό θέμα του ρεπορτάζ, αλλά η εξωστρέφεια που χαρακτηρίζει τις ενημερωτικές εκπομπές στη Γαλλία.

Κάτι που ουδεμία σχέση έχει με την Ελληνική πραγματικότητα: στην Δ. Ευρώπη τέτοιου είδους συγκρίσεις γίνονται σε καθημερινό επίπεδο και όχι με τη μορφή της παραδόξου συγκρίσεως, αλλά με την έννοια του αληθινού ενδιαφέροντος για το πώς αντιμετωπίζουν άλλα κράτη (γειτονικά ή μη) προβλήματα που υπάρχουν σε κάθε κοινωνία. Αντίθετα στην Ελλάδα σπάνιες είναι οι περιπτώσεις που η κάμερα μιας εκπομπής θα βγεί από τα ελληνικά σύνορα, όχι για να καταγράψει μία κρίση ή μία καταστροφή, αλλά να μας δείξει πως δρουν και αντιδρούν οι γείτονές μας σε κάθε πρόβλημα και ποιές λύσεις και προτάσεις προωθούνται για κάθε καθημερινό ζήτημα.

Δεν θα είχε ενδιαφέρον για παράδειγμα να βλέπαμε σε ένα χρονικό ενταγμένο ή όχι στο δελτίο ειδήσεων, ρεπορτάζ που θα ρίχνουν μία ματία στα προβλήματα ψαράδων στην Τουρκία; Των εργατών στην Αλβανία; Των αγροτών στη Π.Γ.Δ.Μ.; Των νέων της Βουλγαρίας; Πώς βλέπουν και πως αντιλαβμάνονται οι άνθρωποι αυτή τη σύγχρονη πραγματικότητα; Πώς βλέπουν εμάς, τους Έλληνες; Τί προβλήματα έχουν ως προτεραιότητες οι ίδιοι και ποιά μπαίνουν στην κορυφή της ατζέντας των πολιτικών αρχηγών;

Νομίζω ότι ένα τέτοιο τηλεοπτικό ταξίδι θα μας έκανε μεγάλο καλό διότι νιώθω ότι εγκλωβιζόμαστε όλο και ποιό πολύ σε μία ανάδελφη εσωστρέφεια, αναπαράγωντας μύθους και φαντασματικές εικόνες για τους γείτονες λαούς. Και όσο αναπαράγουμε τη δικία μας εσωστρέφεια και το δικό μας φόβο, τόσο θα ωθούμε και τα αντικείμενα του φόβου μας να διαμορφώνουν αντίστοιχη εικόνα για εμάς τους ίδιους, επιβεβαιώνοντας τις απαισιόδοξες, εθνικιστικές Κασσάνδρες, εγχώριας υστερίας και επιτρέπωντάς τους να μας εγκλωβίσουν στον ατρέρμονο φαύλο κύκλο του φόβου και της μισαλλοδοξίας.

Όχι βέβαια ότι η τηλεόραση είναι η πανάκεια έναντι στα εθνικά φοβικά μας σύνδρομα, αλλά τουλάχιστον με μία καθημερινή επαφή με την πραγματικότητα του «άλλου» θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τα μυθεύματα που τρέφουμε για όλους τους γείτονές μας και μία μέρα, ποιός ξέρει, ίσως να καταφέρουμε να ζήσουμε με την ίδια αισιόδοξη αυτοπεποίθηση που χαρίζει η γνώση ότι δεν είναι πρώτο μέλημα του γείτονα να κάνει κακό στη χώρα σου!

Monday, September 25, 2006

ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

Άρθρο από την Ελευθεροτυπία 25/09/2006

«Εχουμε τους περισσότερους κρατούμενους μετανάστες»


«Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σεβόμενοι τον άλλο και τα δικαιώματά του, αφ' ενός σεβόμαστε τον εαυτό μας και αφ' ετέρου προστατεύουμε το ανθρώπινο γένος από τον αφανισμό του, ένα κομμάτι του οποίου μπορεί να είναι και τα εγκλήματα μίσους».


Αυτό τόνισε ο καθηγητής Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιάννης Πανούσης, μιλώντας «για τα εγκλήματα μίσους και τη φυλετική βία» κατά τη διάρκεια επιστημονικής εκδήλωσης με θέμα «Βία στην πόλη», που πραγματοποιήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων.

Ο καθηγητής κατά τη διάρκεια της εισήγησής του αναφέρθηκε σε έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί στο παρελθόν στις φυλακές Αγίου Στεφάνου της Πάτρας και σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα είναι η ευρωπαϊκή χώρα με τους περισσότερους έγκλειστους ξένους, ενώ άλλες χώρες της Ευρώπης που αντιμετωπίζουν και εκείνες αντίστοιχα προβλήματα μετανάστευσης έχουν πολύ λιγότερους αλλοδαπούς στις φυλακές (8% στην Αγγλία, 11% στην Πορτογαλία και 22% στην Ιταλία).

Σύμφωνα με την έρευνα, οι Αφρικανοί κρατούμενοι στις ελληνικές φυλακές δηλώνουν ότι παραβιάζονται τα δικαιώματά τους μέσα στη φυλακή και καταστρατηγούνται οι θεμελιώδεις αρχές ίσης μεταχείρισης και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

«Εχουν αρχίσει και στη χώρα μας να εμφανίζονται έντονα στοιχεία ρατσιστικού μίσους ή προκατάληψης (π.χ. δημιουργήθηκαν ομάδες ληστευθέντων)», επισήμανε ο καθηγητής και όπως είπε, «στην πραγματικότητα αυτές οι στάσεις αντανακλούν τα ρατσιστικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, γιατί τελικά εμείς έχουμε το πρόβλημα πώς θα διαχειριστούμε το πρόβλημα».

Στη διήμερη επιστημονική συνάντηση μίλησαν ακόμα η πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, Σ. Μπεράτη, η οποία τόνισε ότι στόχος της εκδήλωσης αυτής «είναι η προσέγγιση της βίας που έχει πάρει διαστάσεις που μας τρομάζει», ο αναπληρωτής καθηγητής και πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, Νίκος Τζαβάρας, που ανέπτυξε το θέμα «Ο φανατισμός ως προϋπόθεση της βίας», η κοινωνιολόγος του εγκλήματος Ιωάννα Τσίγκανου, η οποία προσέγγισε το θέμα «Εικόνες βίας από μαθητές και εκπαιδευτικούς».

Η εκδήλωση διοργανώθηκε από την Ελληνική Ψυχαναλυτική Εταιρεία σε συνεργασία με το Δήμο Αθηναίων τιμώντας τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Ζίγκμουντ Φρόιντ.




ΧΡ. ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ



ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 25/09/2006



Copyright © 2006 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.